Απόψεις

Είναι η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ επαρκής σαν ειδικό μέτρο στήριξης για τους κατοίκους των μικρών και ακριτικών νησιών της χώρας;

Η επόμενη μέρα από την ψήφιση της κατάργησης του ΕΝΦΙΑ, εμάς τους ακρίτες μας αφήνει μια περίεργη αίσθηση . Από την μια, ως φυσικά πρόσωπα έχουμε απαλλαχθεί από την καταβολή του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, αλλά από την άλλη τα νομικά πρόσωπα (επιχειρήσεις) είναι εκτεθειμένα στο μάτι του κυκλώνα, που ονομάζεται οικονομικές συνέπειες της πανδημίας του κορονοϊού. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.

Η τροπολογία που κατατέθηκε στην Βουλή και προβλέπει την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ σε 26 ακριτικά νησιά της Ελλάδας μας , την οποία εξήγγειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από την ΔΕΘ, εντάχθηκε στο αθλητικό νομοσχέδιο και ψηφίστηκε στις 17 Σεπτεμβρίου του 2020.

Με την ρύθμιση αυτή απαλλάσσονται από την καταβολή του ΕΝΦΙΑ για το έτος 2020 και εφεξής οι φορολογικοί κάτοικοι της Ελλάδας που έχουν την κύρια κατοικία τους σε ακριτικά νησιά, με πληθυσμό μικρότερο των χιλίων διακοσίων (1200) κατοίκων.

Με το μέτρο αυτό,  αναφέρεται στην τροπολογία, ότι επιδιώκεται η ενίσχυση των νησιωτών, οι οποίοι κατοικούν μόνιμα σε μικρά, από άποψη πληθυσμού, ακριτικά νησιά λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν σε αυτά και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και της χαμηλής τουριστικής ανάπτυξης. Η απαλλαγή αυτή από τον ΕΝΦΙΑ για τους κατοίκους των μικρών ακριτικών νησιών της Χώρας αποσκοπεί στην οικονομική και την πληθυσμιακή ενίσχυσή τους.

Όπως γίνεται κατανοητό, η απαλλαγή αυτή αφορά όσους έχουν κύρια κατοικία στις περιοχές αυτές και καλύπτει την συνολική τους περιουσία στις εν λόγω περιοχές σαν φυσικά πρόσωπα. Αναφέρεται δε στην τροπολογία, ότι σκοπός του μέτρου είναι η κινητροδότηση των κατοίκων να παραμείνουν στα νησιά αυτά και να ενισχυθούν οικονομικά οι εν λόγω περιοχές που αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση.

Στην περιοχή που ζούμε, είναι αυτονόητο γιατί επιλέχθηκαν αυτά τα νησιά για να βιώσουν μία ελάχιστη οικονομική ανακούφιση εν μέσω των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας του κορονοϊού.  Το ερώτημα που προκύπτει στην παρούσα φάση είναι: Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, για τους κατοίκους των μικρών και ακριτικών νησιών της χώρας, είναι επαρκής σαν ειδικό μέτρο στήριξης, για τις κοινωνίες αυτές;

Πριν φτάσουμε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα για το συγκεκριμένο θέμα, πρέπει να κατανοήσουμε την κατάσταση που βιώνουν οι κοινωνίες αυτές, όχι λόγω των συνεπειών της πανδημίας, ούτε λόγω της δεκαετούς κρίσης που προηγήθηκε. Οι καταστάσεις που βιώνουν οι κοινωνίες αυτές εδώ και δεκαετίες παραμένουν ίδιες και ανάλογες της όποιας ανάπτυξης της χώρας μας. Αρχικά όμως να καταλάβουμε τι σημαίνει ο όρος ‘Δυσπρόσιτες περιοχές’.

Δυσπρόσιτες περιοχές σύμφωνα με τον κ.Διακομιχάλη (στον ‘Οικονομικό Ταχυδρόμο’ 29/02/1996), άποψη που υιοθετούμε, είναι οι περιοχές ανεξάρτητα της γεωγραφικής τους θέσης, τις οποίες το Κράτος όφειλε να δει με ξεχωριστό μάτι για λόγους δικαιοσύνης στη φορολογική επιβάρυνση, με στόχο άμεσο την εξισορρόπηση των αρνητικών παραγόντων και συνθηκών που βιώνουν καθημερινά. Έμμεσο την τόνωση της τοπικής οικονομίας τους και μακροπρόθεσμο στόχο τη θετική συμβολή τους στην Εθνική Οικονομία.

Στις περιοχές αυτές, παρατηρείται  έλλειψη δημοσίων και άλλων υπηρεσιών όπως ΙΚΑ, ΟΑΕΔ, Εφορία, Δικαστήρια, Τράπεζες, Νοσοκομεία με ειδικευμένους γιατρούς και άλλα, όπου προκειμένου να καλυφθούν αυτές οι ανάγκες, οι πολίτες των νησιών αυτών αναγκάζονται να ταξιδέψουν στο πλησιέστερο αστικό κέντρο, με την ανάλογη επιβάρυνση των εισιτηρίων, της διατροφής, της διαμονής άμα χρειαστεί και των χαμένων ημερομισθίων. Επιπλέον, εξ αιτίας της κακοκαιρίας ιδιαίτερα τον χειμώνα, οι κοινωνίες αυτές αποκλείονται από την υπόλοιπη χώρα. Μία απομόνωση που μπορεί να κρατήσει και βδομάδες και που οδηγεί σε στέρηση βασικών αγαθών πρώτης ανάγκης. Η υπέρογκη δαπάνη για μετάβαση στο πλησιέστερο αστικό κέντρο λόγω επειγόντων περιστατικών υγείας, όπου ο αγροτικός γιατρός αδυνατεί να επέμβει, το αυξημένο κόστος κατασκευής οικοδομής σε σχέση με άλλες περιοχές λόγω του κόστους μεταφοράς των οικοδομικών υλικών, το φαινόμενο της λειψυδρίας που αφορά και τα 26 νησιά, η ελλιπής εκπαίδευση, διότι είναι αδύνατη η κάλυψη όλων των ειδικοτήτων αλλά και η έλλειψη φροντιστηρίων και άλλα είναι κάποια από τα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτές οι κοινωνίες.

Με περισσή χαρά και ενθουσιασμό, οι κοινωνίες των νησιών αυτών, υποδέχθηκαν την εξαγγελία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Μια χαρά που κατέληξε σε λύπη και οδήγησε σε ένα αίσθημα αδικίας, καθώς με την εξαίρεση των νομικών προσώπων, οι επαγγελματίες των νησιών αυτών μένουν εκτεθειμένοι στο ‘μάτι του κυκλώνα’ . Οι επιχειρήσεις αυτές (νομικά πρόσωπα) είναι ο πνεύμονας των κοινωνιών των νησιών αυτών. Ο ρόλος τους, στις τοπικές οικονομίες, όσο και η συμβολή τους στην διατήρηση και αύξηση του πληθυσμού, είναι ανεκτίμητος.

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα αν η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, για τους κατοίκους των μικρών και ακριτικών νησιών της χώρας, είναι επαρκής σαν ειδικό μέτρο στήριξης για τις κοινωνίες αυτές, είναι ΟΧΙ.

Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, για τους κατοίκους των μικρών και ακριτικών νησιών της χώρας, δεν είναι επαρκής σαν ειδικό μέτρο στήριξης για τις κοινωνίες αυτές ακριτικών νησιών. Πρέπει να γίνει πλήρης κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και σε όλες τις επιχειρήσεις των συγκεκριμένων νησιών. Αυτό θα είναι το ουσιαστικό μέτρο στήριξης των κοινωνιών αυτών και το ουσιαστικό κάλεσμα της πολιτείας για επενδύσεις στα νησιά αυτά και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σαν αποτέλεσμα των νέων επενδύσεων. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα ενισχυθούν οικονομικά τα νησιά αυτά αλλά θα αυξηθεί και ο πληθυσμός τους.

ΚΑΜΜΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

19.09.2020

Κατηγορίες:Απόψεις