Ελλάδα

Τι δεν κάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να σβήσει τη φωτιά της ενεργειακής κρίσης

Οι αυξημένοι λογαριασμοί ρεύματος και φυσικού αερίου που έχουν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις είναι μόνο η αρχή.

Ο χειμώνας που ξεκινά θα είναι ίσως ο δυσκολότερος των τελευταίων ετών, εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης, η οποία έχει οδηγήσει τις τιμές των δύο βασικότερων ενεργειακών αγαθών, του ηλεκτρισμού και του φυσικού αέριου σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα.

Οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί οδηγούνται σε εκτροχιασμό από το διπλασιασμό του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας και από τον πολλαπλασιασμό του κόστους του φυσικού αερίου.

Επιχειρήσεις και βιομηχανίες βλέπουν τα κόστη να ξεφεύγουν και μετακυλούν τις αυξήσεις στην κατανάλωση, κάτι που είναι ορατό από το κύμα ανατιμήσεων σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Ουσιαστικά οι πληθωριστικές πιέσεις που έχουν κάνει την εμφάνισή τους και πιέζουν τις οικονομίες, έρχονται ως αποτέλεσμα της κρίσης στον τομέα της ενέργειας. Και βέβαια οι επιπτώσεις της κρίσης δεν σταματούν εκεί: εντείνονται οι φόβοι για νέο κύμα ανεξόφλητων οφειλών, υπάρχει ανησυχία για αναζωπύρωση του φαινομένου της ενεργειακής φτώχειας και την ίδια στιγμή ενεργοβόροι κλάδοι της οικονομίας κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ότι η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί είναι μη βιώσιμη.

Και ενώ στην κυριολεξία η κοινωνία αλλά και η αγορά βρίσκονται σε αναβρασμό, θα περίμενε κανείς να υπάρχει μια άμεση και συντονισμένη αντίδραση της ηγεσίας της Ε.Ε. ανάλογης της κρισιμότητας των περιστάσεων. Τουναντίον. Την ώρα που η ενεργειακή κρίση πυροδοτεί ένα ανεξέλεγκτο πληθωριστικό ντόμινο που απειλεί οικονομίες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, το «ιερατείο» των Βρυξελλών παρακολουθεί ουσιαστικά άπραγο τις εξελίξεις, εμμένοντας δογματικά στην άποψη ότι η κρίση θα εκτονωθεί αυτόματα και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να υπάρξουν παρεμβάσεις ή μεταρρυθμίσεις στο ισχύον μοντέλο της αγοράς.

Ενδεικτική της στάσης των Βρυξελλών, ήταν η πρόσφατη σύγκρουση βορά και νότου που έλαβε χώρα στο τελευταίο συμβούλιο υπουργών ενέργειας. Έξι χώρες του νότου (Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Ρουμανία, Μάλτα) κατέθεσαν ένα συγκεκριμένο πακέτο 9 παρεμβάσεων για τις αγορές ηλεκτρισμού και αερίου που θα βοηθούσαν στην εκτόνωση της κρίσης.

Η κυριότερη εξ αυτών ήταν η πρόταση των έξι για εφαρμογή ρυθμιστικού μηχανισμού στις αγορές ηλεκτρισμού με στόχο οι τιμές της ενέργειας να αντανακλούν τα κόστη του παραγωγικού μείγματος. Η πρόταση δε θα άλλαζε τον τρόπο που προσδιορίζεται η τιμή της αγοράς από τις ακριβότερες μονάδες, ωστόσο προβλέπει ότι για τις ΑΠΕ και τις πυρηνικές μονάδες οι πληρωμές θα γίνονταν βάσει του μειωμένου κόστους που εμφανίζουν οι συγκεκριμένες τεχνολογίες. Πρακτικά η πρόταση των 6 θα οδηγούσε σε άμεση μείωση του χονδρεμπορικού κόστους του ρεύματος κατά 30 – 40%, όφελος που οι εταιρείες προμήθειας θα μπορούσαν να μετακυλήσουν στους καταναλωτές. Ωστόσο η πρόταση δεν πέρασε με πρωτοβουλία της Γερμανίας, πίσω από την οποία στοιχήθηκαν 8 ακόμη χώρες του Βορρά (Αυστρία, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ιρλανδία , Λουξεμβούργο, Λετονία, Ολλανδία). Το μπλοκ των βορείων, ουσιαστικά συντάσσεται με τον Ευρωπαίο ρυθμιστή ACER που υπάγεται στην Κομισιόν και ο οποίος έχει τοποθετηθεί εναντίον οποιασδήποτε αλλαγής στο μοντέλο της αγοράς ηλεκτρισμού καθώς κάτι τέτοιο θα υπονόμευε τη διαδικασία ενοποίησης της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού που στηρίζεται στο λεγόμενο «target model”.

Μια ακόμη πρόταση που είχε κατατεθεί τον Σεπτέμβριο από την ελληνική κυβέρνηση και είχε επίσης παρουσιαστεί στο συμβούλιο υπουργών ενέργειας αφορούσε στη δημιουργία ενός μεταβατικού μηχανισμού «hedging fund» προκειμένου να αποφευχθούν αυξήσεις ύψους 5 έως 8 δις. ευρώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Πιο συγκεκριμένα, η ελληνική πρόταση προέβλεπε τη δημιουργία ενός προσωρινού μηχανισμού αντιστάθμισης (temporary hedging mechanism) ο οποίος θα σχετίζεται με το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής CO2. Το μεταβατικό fund θα μπορεί να αντλήσει έσοδα από το σύστημα εμπορίας ρύπων, ενδεχόμενα μέσω έκτακτων δημοπρασιών πρόσθετων ποσοτήτων δικαιωμάτων ή μέσω προεξόφλησης μελλοντικών εσόδων που θα προκύψουν από το σύστημα εμπορίας ρύπων. Έτσι μέσα από πλειστηριασμούς πρόσθετων δικαιωμάτων εκπομπής CO2 τα οποία υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν διαθέσιμα τα επόμενα χρόνια, αφενός οι εταιρίες θα μπορούσαν να αγοράσουν περισσότερα δικαιώματα και να αντισταθμίσουν την έκθεσή τους αφετέρου οι τιμές των δικαιωμάτων θα πιέζονταν προς τα κάτω. Ούτε αυτή η πρόταση έγινε αποδεκτή από τις Βρυξέλλες.

Τα αποτελέσματα της αδράνειας της Ε.Ε. είναι ήδη ορατά: σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat καταγράφονται πληθωριστικές πιέσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Έτσι το Νοέμβριο ο πληθωρισμός έφτασε στη Λιθουανία στο 9,3% στην Εσθονία στο 8,4%, στη Λετονία στο 7,4%, στο Βέλγιο στο 7,1%, στο Λουξεμβούργο στο 6,3%, στη Γερμανία στο 6%, στην Ολλανδία και την Ισπανία στο 5,6%, στην Ιταλία στο 4% και στη Γαλλία στο 3,4%.

Όσο για τη χώρα μας σύμφωνα με τις τελευταίες ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ ο πληθωρισμός έκανε άλμα στο 4,8% με το φυσικό αέριο να πραγματοποιεί ράλι στο 180,9% και τον ηλεκτρισμό να καταγράφει σημαντική αύξηση στο 37,8%.

capital.gr

Κατηγορίες:Ελλάδα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s